Ο κήπος με τα λουλούδια


1453228_10201231012113375_1380406798_n
΄Ενας πίνακας μια ιστορία <Ο κήπος> 60χ80 ακρυλικός

Μια φόρα κι έναν καιρό στην άκρη ενός μεγάλου κάμπου ήταν ένα μικρό άσπρο σπιτάκι με κόκκινα κεραμίδια και πέτρινη καμινάδα.

Το σπιτάκι ήταν απλό αλλά όμορφο, σαν τον νοικοκύρη που το φρόντιζε με αγάπη περίσσια.

Είχε το πέτρινο τζάκι που με την φωτιά του ζέσταινε τους λευκούς  τοίχους  και όλο τον χώρο που καθόταν ο νοικοκύρης.

Υπήρχε ζωντάνια και αγάπη μέσα στο σπίτι.

Το πιο όμορφο σημείο του σπιτιού όμως, ήταν ο κήπος του με τα πολύχρωμα  λουλούδια.

Κάθε λογής λουλούδια, τριαντάφυλλα, ζουμπούλια, τουλίπες, πικραλίδες μα το πιο χαρακτηριστικό του ήταν οι μαργαρίτες του.

Μαργαρίτες  πανέμορφες  όλων των χρωμάτων και των αποχρώσεων, σιγοψιθύριζαν το τραγούδι του ανέμου  που σαν χάδι περνούσε   ανάμεσα τους.

Μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων αλλά και των μυρωδικών που ανέδυε ο κήπος τιτίβιζαν φλύαρα μικρά σπουργίτια  αλλά και ταξιδιάρικα χελιδόνια.

Η ευτυχία των λουλουδιών ήταν έκδηλη στην ζωντάνια των χρωμάτων τους, κάθε φόρα που ο νοικοκύρης   τα  σκάλιζε  και τα  πότιζε με μεγάλη φροντίδα . Συνέχεια ανάγνωσης «Ο κήπος με τα λουλούδια»

Ο κήπος με τα λουλούδια


1453228_10201231012113375_1380406798_n

Μια φόρα κι έναν καιρό στην άκρη ενός μεγάλου κάμπου ήταν ένα μικρό άσπρο σπιτάκι με κόκκινα κεραμίδια και πέτρινη καμινάδα.

Το σπιτάκι ήταν απλό αλλά όμορφο, σαν τον νοικοκύρη που το φρόντιζε με αγάπη περίσσια.

Είχε το πέτρινο τζάκι που με την φωτιά του ζέσταινε τους λευκούς  τοίχους  και όλο τον χώρο που καθόταν ο νοικοκύρης.

Υπήρχε ζωντάνια και αγάπη μέσα στο σπίτι.

Το πιο όμορφο σημείο του σπιτιού όμως, ήταν ο κήπος του με τα πολύχρωμα  λουλούδια.

Κάθε λογής λουλούδια, τριαντάφυλλα, ζουμπούλια, τουλίπες, πικραλίδες μα το πιο χαρακτηριστικό του ήταν οι μαργαρίτες του.

Μαργαρίτες  πανέμορφες  όλων των χρωμάτων και των αποχρώσεων, σιγοψιθύριζαν το τραγούδι του ανέμου  που σαν χάδι περνούσε   ανάμεσα τους.

Μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων αλλά και των μυρωδικών που ανέδυε ο κήπος τιτίβιζαν φλύαρα μικρά σπουργίτια  αλλά και ταξιδιάρικα χελιδόνια.

Η ευτυχία των λουλουδιών ήταν έκδηλη στην ζωντάνια των χρωμάτων τους, κάθε φόρα που ο νοικοκύρης   τα  σκάλιζε  και τα  πότιζε με μεγάλη φροντίδα .

Ο κήπος και τα λουλούδια ήταν κομμάτι  του σπιτιού που ανέδυε  φροντίδα και αγάπη.

Παρ’ όλη την ομορφιά  γύρω του, ο  νοικοκύρης ήταν σκεπτικός  και στενοχωρημένος, άκουγε απ’ ολους ότι στην πόλη έχει ωραία  σπίτια, περισσότερες  δουλειές  και  κόσμο που διασκεδάζει.

Όλος ο κόσμος έφευγε στην πόλη για μια καλύτερη ζωή.

Έτσι με βαριά καρδία  πήρε την απόφαση να  ψάξει  την τύχη του και να πάει να μείνει στην πόλη, εγκαταλείποντας  το όμορφο λευκό σπίτι με τον ευωδιαστό κήπο.

Το σπίτι άδειασε, οι τοίχοι ερήμωσαν, το πέτρινο τζάκι σταμάτησε  να ζεσταίνει γλυκά τον χώρο, που άλλοτε είχε την παρουσία του νοικοκύρη του.

Το πιο όμορφο σημείο του σπιτιού, ο κήπος μαράζωνε.

Τα λουλούδια τα έπνιγαν ζιζάνια που φύτρωναν ανάμεσα τους. Συνέχεια ανάγνωσης «Ο κήπος με τα λουλούδια»

Το δελφίνι, ο καρχαρίας και ο κυπρίνος


delfiniΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό έξυπνο και περίεργο δελφινάκι.

Το μικρό δελφίνι έπαιζε χαρούμενο και ανέμελο μαζί με τους φίλους του στον ζεστό ασφαλή χώρο του κοπαδιού του.

Η περίεργα του όμως ήταν μεγάλη για τον άγνωστο μακρινό κόσμο πέρα από το κοπάδι του.

Ο άγνωστος κόσμος το καλούσε για να τον εξερευνήσει.

Ένιωθε όμως λίγο άβολα να εγκαταλείψει την οικογένεια και τους φίλους του γιατί μέχρι τώρα κανένα δελφίνι δεν αποκοβότανε από το υπόλοιπο κοπάδι.

Κολυμπούσαν όλα μαζί και το ένα προστάτευε το άλλο.

Χαρούμενα και παιχνιδιάρικα έπαιζαν όλα μαζί, πηδούσαν πελώρια κύματα δίχως να φοβούνται, όσο το κύμα ήταν μεγάλο τόσο μεγαλύτερη ήταν η πρόκληση για παιχνίδι.

Συνέχεια ανάγνωσης «Το δελφίνι, ο καρχαρίας και ο κυπρίνος»

Ο ζητιάνος που ήθελε να γίνει βασιλιάς και ο βασιλιάς που έγινε ζητιάνος


ΖητιάνοςΚάπου κάποτε στην γωνία ενός καπηλειού, ήταν ένας ζητιάνος. Η γωνιά του καπηλειού ήταν το σπίτι του, το μοναδικό μέρος που μπορούσε να φιλοξενήσει την φτώχια και την πείνα του.

Οι περαστικοί του δρόμου γυρνούσαν που και που το κεφάλι τους κοιτώντας τον φευγαλέα,  αδιάφορα κι απαξιωτικά. Ήταν ένας βρώμικος κοκκαλιάρης, πεινασμένος, ζητιάνος που ζητούσε την προσοχή τους  μήπως του δώσουν τίποτα και φάει.

Πίστευε ότι κανένας δεν τον αγαπούσε, ένιωθε μόνος και άτυχος. Πίστευε ότι η ζωή ήταν άδικη μαζί του.

Οι θαμώνες του καπηλειού που και που πετούσαν ξεροκόμματα στα σκυλιά του δρόμου, κανένας όμως απ’  αυτούς δεν αντιλαμβανόταν την παρουσία του ζητιάνου.

Ο ζητιάνος κάθε φορά που άκουγε  τον  ήχο του ξερού ψωμιού που έπεφτε  στο χώμα, έτρεχε σαν τρελός να το πάρει πριν  του το αρπάξουν τα σκυλιά. Προσπαθούσε να φάει ότι προλάβει. Συνέχεια ανάγνωσης «Ο ζητιάνος που ήθελε να γίνει βασιλιάς και ο βασιλιάς που έγινε ζητιάνος»

Ο Βοριάς κι ο Ήλιος (Μύθοι Αισώπου)


aerasΜια φορά, ο Ήλιος κι ο Βοριάς έπιασαν μια μεγάλη συζήτηση για το ποιος από τους δυο ήταν ο δυνατότερος.
– Εγώ, έλεγε ο Ήλιος.
– Όχι, εγώ, έλεγε ο Βοριάς.
Κι είχαν τόσο πείσμα, ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε μπροστά στον άλλον.
Έτσι όμως, δεν έβγαινε συμπέρασμα, ούτε θα ‘βγαινε ποτέ, τόσο πεισματάρηδες που ήταν κι οι δυο τους.
– Σου προτείνω ένα στοίχημα! είπε τέλος ο Βοριάς.
– Τι στοίχημα; ρώτησε ο Ήλιος.
– Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, εκείνος θα ‘ναι ο δυνατότερος .
– Το δέχομαι το στοίχημα! είπε ο Ήλιος.
Σε λίγο, φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος, που πήγαινε ολομόναχος.
Άρχισε τότε, ο Βοριάς, να φυσάει δυνατά.
Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και σταύρωσε τα χέρια του, πάνω στο στήθος, για να προφυλαχτεί από τον αέρα.
Ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά κι ο διαβάτης, κούμπωσε το ρούχο του κι επειδή ο Βοριάς δυνάμωνε το φύσημά του, ο καημένος ο άνθρωπος έβγαλε μια μάλλινη κουβέρτα, που την κουβαλούσε σ’ ένα σακί, και τυλίχτηκε μ’ αυτήν, για να μην ξεπαγιάσει.
Όσο πιο δυνατά φυσούσε ο Βοριάς, τόσο πιο σφιχτά τυλιγότανε στην κουβέρτα του ο διαβάτης.
Στο τέλος, ο Βοριάς βαρέθηκε κι έπαψε να φυσάει. Γύρισε στον Ήλιο και του είπε:
– Η σειρά σου τώρα να δοκιμάσεις να τον γδύσεις.
Ο Ήλιος πρόβαλε στον ουρανό, μόλις σταμάτησε να φυσάει ο Βοριάς, κι αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε στο σακί.
Δυνάμωσε τη λάμψη του ο ‘Ηλιος κι ο διαβάτης ξεκούμπωσε το ρούχο του.
Αλλά ο Ήλιος δυνάμωνε όλο και πιο πολύ τη λάμψη του κι ο διαβάτης, που είχε αρχίσει να ιδρώνει, άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα ρούχα του, ώσπου, στο τέλος απόμεινε ολόγυμνος και κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, μήπως δει κανένα δέντρο για να πάει να ξαπλώσει στον ίσκιο του.
Επειδή όμως δεν έβρισκε δέντρο, έπεσε στο ποτάμι, που περνούσε εκεί κοντά κι έμεινε στο νερό, ώσπου ο Ήλιος, σιγά-σιγά, λιγόστεψε τη λάμψη του.
– Εσύ είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς, αποχαιρετώντας τον Ήλιο.

http://www.paidika.gr

Ο Νους και η Καρδιά


paramyui 3Κάποτε σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας μεγαλοπρεπής  βασιλιάς.

Δεν είχε γιο  να τον διαδεχτεί  αλλά  είχε μια μοναχοκόρη  που την έλεγαν  Καρδιά.

Η Καρδιά  ήταν  πολύ όμορφη και ντελικάτη, καλοσυνάτη και  απλή.

Ένιωθε τα συναισθήματα όλων γύρω της  και χαιρόταν ή πονούσε μ αυτά.

Ένιωθε πότε της έλεγαν αλήθεια, πότε ψέματα και γνώριζε πάντα τον σωστό τρόπο να ανταποκρίνεται.

Μια ηλιόλουστη  ημέρα  φώναξε ο βασιλιάς κοντά του την αγαπημένη του κόρη  να της ανακοινώσει την απόφαση του.

-Αγαπημένο μου και μονάκριβο παιδί,  πήρα την απόφαση να σε παντρέψω  για να μη σ αφήσω  μόνη να διοικείς την χώρα.

Εγώ γέρασα  και μ εγκαταλείπουν  οι δυνάμεις μου, σκέπτομαι  πως χρειάζεσαι  ένα δυνατό σύντροφο για να σε βοηθήσει να κυβερνήσεις  με δικαιοσύνη  το βασίλειο και τον λαό  μας.

Κάλεσα όλα τα παλληκάρια των γύρω  βασιλείων να  παρουσιαστούν  μπροστά  μου και διάλεξα το πιο δυνατό και όμορφο για σένα. Συνέχεια ανάγνωσης «Ο Νους και η Καρδιά»

Η Χελώνα που ήθελε να πετάξει (Μύθοι του Αισώπου)


??????????????????????????????????????????????????????????Η Χελώνα που ήθελε να πετάξει 

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού µια χελώνα, που είχε έναν µεγάλο καηµό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.
– Τι κατάρα είναι αυτή! έλεγε κάθε τόσο αναστενάζοντας. Σέρνω µέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είµαι καρφωµένη πάνω στη γη. Αχ, να ‘µουνα κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πώς ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσµο από ψηλά.

Μια µέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της και τη λυπήθηκαν.
– Θέλεις στ’ αλήθεια να πετάξεις, κυρα – χελώνα; τη ρώτησαν.
– Αν θέλω; απάντησε η χελώνα.
Από τη χαρά της, η χελώνα, άφησε το ξύλο που κρατούσε µε τα δόντια.
-Αυτό είναι το πιο µεγάλο µου όνειρο. Να πετάξω µια φορά κι ας πεθάνω! που λέει ο λόγος. Αλλά, πώς;
– Υπάρχει ένας τρόπος, της είπε η µια πάπια. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο, εγώ και η αδελφή µου θα πιάσουµε µε τα ράµφη µας τις δυο άκρες και θα σε πάρουµε µαζί µας.
– Ναι, ναι! φώναξε ενθουσιασµένη η χελώνα. Ωραία ιδέα! Εµπρός, ας µην αργούµε!
Και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες µε τα ράµφη τους, τίναξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας τη χελώνα µαζί τους.
Το πόσο χαιρόταν η χελώνα, δε λέγεται! Τι όµορφα ήταν εδώ ψηλά! Επιτέλους είχε πραγµατοποιήσει το µεγάλο όνειρο της! Πετούσε! Όµως, µέθυσε τόσο πολύ από τη χαρά της και για µια στιγµή πίστεψε ότι θα µπορούσε να πετάξει και µόνη της!
Έτσι, η κουτή, άφησε το ξύλο που κρατούσε µε τα δόντια της και, φυσικά, µε το µεγάλο βάρος που είχε, έπεσε στη γη και σκοτώθηκε.
Αυτό το παραμύθι μας διδάσκει ότι το κάθε πλάσμα πρέπει να είναι ευχαριστημένο με τη μορφή που του έδωσε ο Θεός και να μη ζηλεύει τα άλλα πλάσματα.

http://www.paidika.gr/